Μ. Παρασκευή, ο Ιησούς στον Σταυρό

Οι αρχιερείς οδηγούν τον Ιησού στον Πιλάτο κι εκείνος απαντά: «Νίπτω τας χείρας μου».

Ο Πιλάτος διέταξε να μαστιγώσουν τον Ιησού και μετά να Τον σταυρώσουν!

Το αγριεμένο πλήθος αθωώνει τον Βαραβά και καταδικάζει τον Ιησού.

Ο Ιησούς οδηγείται στην αυλή του Πραιτωρίου, όπου οι Ρωμαίοι στρατιώτες του φορούν έναν κόκκινο μανδύα και αγκάθινο στεφάνι.

Έχει πια φτάσει η ώρα της Σταύρωσης.
Ο Ιησούς, αδύναμος και φορτωμένος με το βαρύ Σταυρό του μαρτυρίου, ανεβαίνει προς το Γολγοθά. Ο Σίμων ο Κυρηναίος θα μεταφέρει το Σταυρό μέχρι το σημείο της Σταύρωσης.

Από το σταυρό του Μαρτυρίου Του, ο Ιησούς δείχνοντας το μαθητή Του Ιωάννη, λέει στην Παναγία:

– Μητέρα, να ο γιος σου!

Έπειτα στρέφεται προς τον Ιωάννη και δείχνοντας την Παναγία λέει:

– Ιωάννη, να η μητέρα σου!

Τέλος, υψώνοντας το κεφάλι προς τον ουρανό, συγχωρεί όσους ευθύνονται για το θάνατό Του, λέγοντας:

– Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι.

Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία ζητά από τον Πιλάτο να πάρει το Σώμα του Χριστού για να Το θάψει. Μαζί του, η Παναγία και ο Ιωάννης.

Μυρώνουν και τυλίγουν το Άγιο Σώμα του Ιησού σε ένα σεντόνι και το ενταφιάζουν σε μνήμα λαξευμένο σε ένα βράχο. Το άνοιγμα του τάφου σφραγίζεται από μια μεγάλη πέτρα και ένας Ρωμαίος στρατιώτης αναλαμβάνει τη φύλαξή Του.