«Μαμά, πήρα 3 αστεράκια!»: Τι είναι η προσθετική αξία και γιατί αντιδρούν οι εκπαιδευτικοί στην εφαρμογή της

Έντονες αντιπαραθέσεις προκάλεσε τους τελευταίους μήνες το Ενιαίο Σχέδιο Αξιολόγησης Μαθητή/Μαθήτριας (ΕΣΑΜ).

Η αντιπαράθεση αφορά κυρίως το προτεινόμενο σύστημα βαθμολόγησης της επίδοσης μαθητή (δηλ. μαθητής και μαθήτρια) στη Σχολική Έκθεση Προόδου (ΣΕΠ).

Εκπαιδευτικοί και γονείς αντιδρούν στην πρόταση του Υπουργείου, υποστηρίζοντας ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν προάγει τη μάθηση αλλά τον ανταγωνισμό, ακόμα και από τις τάξει του Δημοτικού.

Ο Πρόεδρος της Προοδευτικής Κίνησης Δασκάλων και Νηπιαγωγών Λευκωσίας, δάσκαλος και λογοθεραπευτής, κος. Χατζηθωμάς, σε κείμενό του εξηγεί τι είναι αυτό που κάνει τους εκπαιδευτικούς να αντιδρούν τόσο έντονα στο Ενιαίο Σχέδιο Αξιολόγησης μαθητή.

Το σχολείο, ως θεσμός  του κράτους στις αναπτυγμένες κοινωνίες, υπόκειται σε συνεχείς επιδιώξεις αναδιάρθρωσης υπό το βάρος της σύγκρουσης μεταξύ  φιλοσοφιών διαφορετικών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών ομάδων, καθώς και υπό την επίδραση των ραγδαίων μεταβολών οι οποίες πραγματοποιούνται σε κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο και οι οποίες επηρεάζουν σε μεγάλο  βαθμό τον χαρακτήρα του.

Μερικές από τις πιο σημαντικές μεταβολές που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων στις σύγχρονες κοινωνίες είναι:

  • οι διαρθρωτικές αλλαγές στον θεσμό της οικογένειας και οι συνακόλουθες δημογραφικές εξελίξεις
  • η πολυπολιτισµικότητα που χαρακτηρίζει όλο και περισσότερο τα αναπτυγμένα κρά
  • η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και άλλων τομέων της κοινωνικής ζωής,
  • οι αλλαγές στο σύστημα αξιών
  • ο πλουραλισμός και
  • η πολυπλοκότητα των προσφερόμενων επιλογών

Γιατί η βαθμολόγηση με αστεράκια είναι αναχρονιστική

Με αφορμή τα πιο πάνω, θα ήθελα να εξηγήσω πως η  επαναφορά της βαθμολόγησης είτε με αλφαβητική βαθμολόγηση Α,Β,Γ,Δ, είτε με ΑΣΤΕΡΑΚΙΑ στο Δημοτικό  Σχολείο,  αποτελεί αναχρονιστική πολιτική απόφαση που όχι μόνο δεν εκσυγχρονίζει και μεταρρυθμίζει  το Δημόσιο Σχολείο, αλλά το οδηγεί με την όπισθεν σε άλλη μια αποτυχία.

Από παιδαγωγική σκοπιά, είναι ξεκάθαρο και επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι η αποφυγή ενός εξετασιοκεντρικού συστήματος με βαθμολογικό χαρακτήρα, αποτελεί  ένα από τους βασικούς πυλώνες για αποτελεσματική  μάθηση και βελτίωση του κλίματος στο Δημοτικό  Σχολείο.

Το γεγονός επίσης ότι δεν προωθήθηκαν παράλληλα υποστηρικτικά μέτρα για τους μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες (π.χ. ενισχυτική διδασκαλία) και αλλαγές στις συνθήκες και μεθόδους διδασκαλίας (π.χ. διαφοροποίηση, εξατομίκευση), στη διάγνωση δυσκολιών μάθησης µέσω μιας ουσιαστικής αξιολόγησης και στην ενίσχυση του παιδαγωγικού και διδακτικού ρόλου του/της εκπαιδευτικού, καθόλου δεν συνεπάγεται ότι θα έπρεπε να επαναφέρουμε και να βγάλουμε από το χρονοντούλαπο της ιστορίας τους βαθμούς ή τα ΑΣΤΕΡΑΚΙΑ στο δημοτικό σχολείο και νηπιαγωγείο.

Αυτά δοκιμάστηκαν και απέτυχαν σε παλαιότερες εποχές και για αυτό άλλωστε προχωρήσαμε σε αλλαγές.

Δόθηκε σημασία μόνο στον τρόπο ανακοίνωσης των βαθμών

Ενδεχομένως και για τους πιο πάνω λόγους, η δημόσια συζήτηση δεν επικεντρώθηκε όπως θα ανέμενε κάποιος στην αξιολόγηση του μαθητή ως εκπαιδευτική διαδικασία που περιλαμβάνει τον καθορισμό κριτηρίων µε βάση τα οποία θα αξιολογήσουμε, ούτε στον τρόπο µε τον οποίο παρατηρείται και διαπιστώνεται η πρόοδος του μαθητή, αλλά ούτε και προτείνονται λύσεις στην περίπτωση που αξιολογηθεί μαθητής/τρια με «ένα αστεράκι» σε αρκετούς από τους τομείς στη Σχολική Έκθεση Προόδου.

Αντιθέτως, η συζήτηση για το Νέο Σχέδιο Αξιολόγησης Μαθητή, επικεντρώθηκε κυρίως στον τρόπο µε τον οποίο θα ανακοινώνεται η αξιολόγηση του δασκάλου σε γονείς και μαθητές.

Θέματα τα οποία αναφέρονται ακροθιγώς και σε λίγες µόνο γραμμές στις οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας , Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας, όπως για παράδειγμα:

  • η νόρμα αναφοράς που χρησιμοποιεί ο δάσκαλος κατά την αξιολόγηση,
  • οι τομείς και τα κριτήρια µε τα οποία αξιολογεί ο δάσκαλος,
  • οι τρόποι παρατήρησης και καταγραφής της προόδου των μαθητών,
  • η προώθηση και αξιολόγηση της κοινωνικής μάθησης,
  • τα «επαναληπτικά μαθήματα»
  • και τα «κριτήρια αξιολόγησης»

Τα πιο πάνω πολύ σημαντικά θέματα, τα οποία επιφέρουν, ανάμεσα σε άλλα, και τεράστιο φόρτο εργασίας στους εκπαιδευτικούς,  δυστυχώς δεν συζητήθηκαν και δεν πήραν τον χρόνο και τον ρόλο που έπρεπε μέσα στην δημόσια συζήτηση και κριτική.

Τα «αστεράκια» δεν στηρίζονται σε παιδαγωγικές έρευνες

Η «κορυφή του παγόβουνου», δηλαδή οι βαθμοί ή τα ΑΣΤΕΡΑΚΙΑ που έφεραν και την όλη αναστάτωση στον εκπαιδευτικό κόσμο σχετικά  µε την όλη διαδικασία αξιολόγησης στη σχολική τάξη, μονοπώλησαν το ενδιαφέρον της συζήτησης, και η ύπαρξη τους  θεωρήθηκε από πολλούς (Εκπαιδευτικές Παρατάξεις, ΥΠΠΑΝ, Συνομοσπονδίες Γονέων) ως η σωτηρία από όλα τα «δεινά» που αντιμετωπίζει το  δημόσιο  σχολείο και τα χαμηλά μαθησιακά αποτελέσματα.

Ωστόσο, η συχνή επίκληση των προβλημάτων αυτών και η συσχέτισή τους µε την επαναφορά των βαθμών ή τα ΑΣΤΕΡΑΚΙΑ, δεν στηρίζονται σε παιδαγωγικές έρευνες ή σε προγράμματα  αξιολόγησης των νέων μέτρων, αλλά αντανακλούν απόψεις και περιγραφές της εκπαιδευτικής πραγματικότητας που η γενίκευση και η εγκυρότητα τους πρέπει να θεωρείται κατ΄ αρχήν αμφισβητήσιμη.

Οι βαθμοί και ο ανταγωνισμός ανασταλτικοί παιδαγωγικοί παράγοντες

Όσον αφορά τέλος, το συχνά προβαλλόμενο επιχείρημα περί ισοπέδωσης και απουσίας περιθωρίων για τη διαφοροποίηση και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων και κλίσεων των μαθητών, το επιχείρημα αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και αντίστροφα.

Τόσο οι βαθμοί όσο και ο παρεπόμενος ανταγωνισμός παρεμποδίζουν τη δημιουργία παιδαγωγικής ατμόσφαιρας στην τάξη, λειτουργούν ανασταλτικά στην επιδίωξη διαφοροποίησης της διδασκαλίας και περιορίζουν τις δυνατότητες για διαφοροποιημένη ανάπτυξη των ιδιαίτερων κλίσεων και ικανοτήτων του μαθητή.

Τα επιχειρήματα των κοινωνικών συνόλων που υποστηρίζουν την αριθμητική βαθμολογία επικεντρώνονται

  • στην παρωθητική λειτουργία του βαθμού
  • στην δημιουργία  άμιλλας στην τάξη
  • στην δυνατότητα επιβολής του/της εκπαιδευτικού σε μαθητές/τριες και σε γονείς.

Αντιθέτως, τα επιχειρήματα των κοινωνικών συνόλων που αρνούνται οποιαδήποτε βαθμολογική κατάταξη περιστρέφονται κυρίως γύρω από:

  • προβλήματα  της βαθμοθηρίας
  • τον σχολικό ανταγωνισμό
  • και τις διακρίσεις που προκύπτουν από τα δύο πιο πάνω σημεία

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η έρευνα σε 19 σχολεία της Αττικής, στην οποία διερευνήθηκαν οι λόγοι που οδηγούν τους/τις εκπαιδευτικούς  να αποφεύγουν τον βαθμό Γ (χαμηλότερος βαθμός στην Ελλάδα) και να παίρνει η πλειοψηφία των μαθητών Α ( Βλέπε Βαρνάβα-Σκούρα, Τζ., 1994:123 κ.κ.).

Από τους 120 δασκάλους/ες που ρωτήθηκαν µε ειδικό ερωτηματολόγιο,  δόθηκαν τα πιο κάτω συμπεράσματα:

  • Ένα μεγάλο ποσοστό (40%) ανέφερε ότι αποφεύγουν την κατηγορία Γ, ώστε να µη δημιουργηθούν «ψυχικά τραύματα» στους μαθητές και να µην έχουν µια «ταμπέλα» που θα τους ακολουθεί αργότερα παντού.

Άλλοι λόγοι που δόθηκαν για αποφυγή του βαθμού Γ’ και της συσσώρευσης στην κατηγορία Βαθμού Α ήταν:

  • λόγοι αντικειμενικοί: αυτή είναι η πραγματική εικόνα του σημερινού σχολείου (25%)
  • λόγοι υποκειμενικοί: είτε γιατί ο/η εκπαιδευτικός είναι «επιεικής», είτε γιατί θέλει να αποφύγει τη σύγκρουση µε τους γονείς, είτε για να εμφανιστεί ως «άξιος» δάσκαλος μέσα από την καλή εικόνα της τάξης του (11%)
  • ανεπαρκής ενημέρωση των δασκάλων για την αλλαγή του συστήματος βαθμολογίας (22%)
  • η βαθμολογία είναι καθαρά τυπική και για αυτό ο δάσκαλος δεν νιώθει την ανάγκη να χρησιμοποιεί τον βαθμό Γ’.

Ως προς τη θετικότατη στάση διάφορων οργανωμένων συνόλων απέναντι στην συγκριτική  βαθμολογία πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι θέσεις τους και τα επιχειρήματά τους εκφράζουν µια συντηρητική, παραδοσιακή παιδαγωγική αντίληψη η οποία πόρρω απέχει από τα επιστημονικά δεδομένα.

Για παράδειγμα, η θέση ότι η αριθμητική βαθμολογία αποτελεί «κίνητρο για την καλλιέργεια της αγάπης για τη γνώση και τη μελέτη» δεν εκφράζεται σήμερα ούτε από τους πιο ακραιφνείς υποστηρικτές των βαθμών.

Η βαθμολόγηση το μεγαλύτερο μειονέκτημα του νέου σχεδίου

Κλείνοντας , εισηγούμαι όπως με νηφαλιότητα  η ΠΟΕΔ με το ΥΠΠΑΝ και οι Συνομοσπονδίες Γονέων   ξαναμελετήσουν  άμεσα το όλο εγχείρημα του Νέου Σχεδίου Αξιολόγησης του μαθητή, παραδεκτού τις αρνητικές του επιπτώσεις  και εφόσον συμφωνήσουν ότι η συγκριτική βαθμολόγηση είναι ένα βήμα προς τα πίσω που «κτυπά» πρώτα το ίδιο το παιδί και μετά φορτώνει τον/την εκπαιδευτικό με φόρτο εργασίας, να προχωρήσουμε στις αναγκαίες αλλαγές.

Όσο και να επιμένουν κάποιοι  στη βαθμολόγηση και στα Αστεράκια, η ίδια φιλοσοφία του Νέου Σχεδίου Αξιολόγησης του μαθητή είναι και το μεγαλύτερο του μειονέκτημα.

Αυτό φαίνεται άλλωστε  και από την αντίδραση του Εκπαιδευτικού κόσμου που μόλις συνειδητοποίησε πώς και με ποια κριτήρια θα αξιολογείται ο/η μαθητής/τρια, δικαίως διαμαρτύρεται έντονα και νιώθει απογοητευμένος με τις προειλημμένες αποφάσεις και συνδιαλλαγές.

Άμεσα, λοιπόν, να προχωρήσουμε στις αναγκαίες αλλαγές κρατώντας τα θετικά του προηγούμενου συστήματος αξιολόγησης,  προσθέτοντας οποιαδήποτε θετικά προκύψουν από το Νέο Σχέδιο Αξιολόγησης Μαθητή.