Μια μαμά μοιράζεται μαζί μας πόσο δύσκολο είναι να είσαι το επίκεντρο της οικογένειας

Γράφει η μαμά-blogger Chaunie Brusie

«Χθες απέτυχα ως μαμά. Και δεν το λέω χαριτολογώντας για κάτι ασήμαντο. Απέτυχα ΑΓΡΙΩΣ. Άργησα να πάρω τα παιδιά από το σχολείο, κάνοντας το μεσαίο μου να κλαίει και αντί να την παρηγορήσω, τη μάλωσα επειδή βασικά ήμουν θυμωμένη με τον ίδιο μου τον εαυτό.

Έπειτα, αρπάχτηκα με έναν τραπεζικό υπάλληλο στο τηλέφωνο, κάτι που δεν είναι καθόλου του χαρακτήρα μου, και το βράδυ κατέληξα να κάνω το μεγάλο μου παιδί να κλαίει, την ώρα του φαγητού.

Είχα 0 στα 10 και αντί να βελτιώσω κάπως την κατάσταση, ως κερασάκι στην τούρτα, τσακώθηκα και με τον άντρα μου.

Πήγα στο κρεβάτι τόσο πολύ κουρασμένη και ηττημένη, νιώθοντας το βάρος όλων αυτών να πέφτει πάνω μου και να με συντρίβει, σαν να έχει κάτσει ένας ελέφαντας στο στήθος μου: το τεστ ορθογραφίας του γιου μου που το είχα ξεχάσει, κάτι βιβλία της κόρης μου που ξεχάσαμε να επιστρέψουμε στη βιβλιοθήκη, το δώρο γενεθλίων της ανιψιάς μου, τις 10 εκατομμύρια συναισθηματικές ανάγκες που έχουν τα παιδιά μου από τότε που άλλαξαν σχολείο, το γεγονός ότι του είχα υποσχεθεί ότι θα παίζαμε επιτραπέζιο απόψε αλλά δεν  παίξαμε ποτέ, το σιδέρωμα, το σούπερ μάρκετ, το σκούπισμα του σπιτιού, το να ξεχωρίσω τα ρούχα που δεν κάνουν πια στο μωρό, ο μεγάλος μου χρειάζεται καινούργια αθλητικά και ακόμα δεν έχει μάθει να δένει τα κορδόνια του, ο γάμος μου που χρειάζεται απελπισμένα μια ανάσα, κάτι άλλο από το να «πασάρουμε» διαρκώς το μωρό ο ένας στον άλλον… όλα αυτά είναι υπερβολικά πολλά. Πάρα πολλά!

Μερικές φορές κουράζομαι τόσο πολύ να είμαι εγώ το επίκεντρο της οικογένειας –γιατί εμείς, οι μαμάδες δεν είμαστε;

Όλοι στρέφονται σε εμάς και η ευθύνη είναι τόσο τρομακτική που μου έρχεται να χωθώ κάπου και να κρυφτώ.

Όμως, σήμερα το πρωί, σταμάτησα να πάρω έναν καφέ όση ώρα είχα αφήσει το αμάξι μου στο φανοποιείο (επειδή εγώ η ίδια το χτύπησα σε μία κολόνα) και ένας συμπαθέστατος barista, ο οποίος ήταν τόσο ευγενικός που βγήκε έξω από τον πάγκο του για να μου κρατήσει ανοιχτή την πόρτα, μου θύμισε κάτι:

Θα αποτύχουμε. Θα έχουμε στιγμές αδυναμίας. Θα ξαπλώνουμε στα κρεβάτια μας τις νύχτες και θα κλαίμε και θα αναρωτιόμαστε αν τα παιδιά μας θα καταλήξουν να θυμούνται εκείνη τη φορά που ξεχάσαμε να τα πάρουμε από κάπου και αν αυτό θα τα στιγματίσει για την υπόλοιπη ζωή τους.

Δεν παύουμε, όμως, να είμαστε και δυνατές. Και όταν δεν είμαστε; Υπάρχει πάντα ο καφές –και, αν είμαστε τυχεροί, μία χείρα βοηθείας, όταν την χρειαζόμαστε.»