Τα κιλά ανάμεσα σε δύο εγκυμοσύνες, δείκτης εμφάνισης διαβήτη κύησης

Η παχυσαρκία της γυναίκας πριν μείνει έγκυος, καθώς και η αύξηση του βάρους της κατά την κύηση είναι γνωστό ότι αυξάνουν τον κίνδυνο για διαβήτη κύησης, ωστόσο μια νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι ρόλο παίζουν και οι μεταβολές στο βάρος της γυναίκας ανάμεσα σε δύο εγκυμοσύνες.

Οι ερευνητές του Τμήματος Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Μπέργκεν και του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Όσλο, με επικεφαλής τη Λιν Σορμπάι, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό PLoS Medicine, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, ανέλυσαν στοιχεία για περίπου 24.200 μητέρες που είχαν γεννήσει δύο φορές.

Διαπιστώθηκε ότι όσο περισσότερο βάρος έχει πάρει η γυναίκα ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη εγκυμοσύνη τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες εκδήλωσης διαβήτης κύησης. Οι γυναίκες που ανάμεσα στις δύο εγκυμοσύνες είχαν αυξήσει το βάρος τους κατά μία έως δύο μονάδες του δείκτη μάζας σώματος (κιλά ανά τετράγωνο ύψους σε μέτρα) είχαν διπλάσιο κίνδυνο για την εμφάνιση διαβήτη κύησης στη διάρκεια της δεύτερης εγκυμοσύνης τους.

Ο κίνδυνος ήταν αυξημένος κατά 2,6 φορές για όσες ενδιάμεσα είχαν αυξήσει το βάρος τους κατά δύο έως τέσσερις μονάδες μάζας σώματος και πενταπλάσιος για όσες είχαν προσθέσει πάνω από τέσσερις μονάδες.

Ο κίνδυνος φάνηκε να είναι μεγαλύτερος για τις γυναίκες που είχαν δείκτη μάζας σώματος κάτω από 25 κατά την πρώτη εγκυμοσύνη τους. Από την άλλη, ο κίνδυνος του διαβήτη κύησης είναι μειωμένος για τις υπέρβαρες γυναίκες με δείκτη μάζας σώματος 25 έως 30, οι οποίες κατάφεραν να χάσουν δύο μονάδες ανάμεσα στις δύο εγκυμοσύνες.

Τι είναι ο διαβήτης κύησης

Οποιασδήποτε μορφή διαταραχής ανοχής της γλυκόζης , που εμφανίζεται ή διαγιγνώσκεται για πρώτη φορά κατά την κύηση. Η γλυκόζη προέρχεται από τις τροφές που τρώμε. Ο διαβήτης παρουσιάζεται όταν η γλυκόζη του αίματος αρχίζει να αυξάνεται πάνω από το φυσιολογικό. Ο διαβήτης της κύησης είναι μια μορφή διαβήτη που εμφανίζεται κατά την διάρκεια της κύησης, συνήθως στο δεύτερο τρίμηνο και αφορά το 2 – 14% των κυήσεων , ανάλογα με τον πληθυσμό που μελετήθηκε και τα κριτήρια που εφαρμόσθηκαν.